Στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας φέρονται να αποσπούσαν χρήματα από εράνους που πραγματοποιούνταν μέσω Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης για παιδιά με σοβαρές ασθένειες, προχώρησαν στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας στη Βόρεια Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να εκμεταλλεύονταν την ευαισθησία των πολιτών, συγκεντρώνοντας δωρεές για παιδιά που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των χρημάτων φέρεται να μην κατέληγε στους πραγματικούς δικαιούχους, αλλά να ιδιοποιούνταν από τους διαχειριστές του σωματείου – ΜΚΟ.
Κατά την αστυνομική έρευνα, μέρος των χρημάτων που φέρονται να αποσπούσαν χρησιμοποιούνταν στη συνέχεια για τη χρηματοδότηση ποδοσφαιρικών σωματείων, ενώ εξετάζεται και η εμπλοκή τους σε χειραγώγηση αγώνων και στοιχηματισμό.
Για την υπόθεση συνελήφθησαν έξι άτομα.
Γνωστά πρόσωπα ανάμεσα στους δωρητές
Ανάμεσα στους ανθρώπους που φέρονται να προσέφεραν χρήματα στη ΜΚΟ και να εξαπατήθηκαν περιλαμβάνονται, σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν, μία εφοπλίστρια, η οποία φέρεται να δώρισε 30.000 δολάρια, γνωστός τραγουδιστής με δωρεά άνω των 13.000 ευρώ, ποδοσφαιριστής που προσέφερε περίπου 12.500 ευρώ, καθώς και γνωστή τενίστρια με δωρεά 8.000 ευρώ.
Στη λίστα των δωρητών αναφέρονται επίσης γνωστή παρουσιάστρια, η οποία κατέβαλε 1.570 ευρώ, και influencer, που φέρεται να προσέφερε περίπου 800 ευρώ.



Η δράση της ΜΚΟ και οι δύο υποομάδες
Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, η οργάνωση λειτουργούσε μέσω δύο διακριτών υποομάδων.
Η πρώτη φέρεται να είχε αναλάβει τη συγκέντρωση δωρεών από πολίτες και την υπεξαίρεση χρημάτων που προορίζονταν για παιδιά με σοβαρές ασθένειες. Η δεύτερη φέρεται να δραστηριοποιούνταν στη χειραγώγηση ποδοσφαιρικών αγώνων, με στόχο τόσο την ευνοϊκή μεταχείριση συγκεκριμένης ερασιτεχνικής ομάδας όσο και την αποκόμιση παράνομων κερδών από στοιχηματισμό.
Η οργάνωση, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., φέρεται να είχε ξεκινήσει τη δράση της τουλάχιστον από τις 15 Οκτωβρίου 2018, ημερομηνία ίδρυσης του σωματείου – ΜΚΟ.
Σκοπός του σωματείου εμφανιζόταν να είναι η συγκέντρωση χρημάτων για την υποστήριξη παιδιών που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες ή έχουν ειδικές ανάγκες. Οι ερανικές δράσεις πραγματοποιούνταν χωρίς την προβλεπόμενη από τον νόμο άδεια, σύμφωνα με την αστυνομία.
Όπως προέκυψε από την έρευνα, ένα μικρό μόνο μέρος των χρημάτων φέρεται να αποδιδόταν στις οικογένειες των παιδιών, ενώ το μεγαλύτερο ποσό κατέληγε στους πραγματικούς διαχειριστές του σωματείου.
Πώς προσέλκυαν τις δωρεές
Για να ενισχύσουν την αξιοπιστία της δράσης τους και να προσελκύσουν περισσότερους δωρητές, τα μέλη της οργάνωσης επέλεγαν παιδιά με σοβαρά προβλήματα υγείας, κυρίως με διάφορες μορφές καρκίνου.
Στη συνέχεια, αναρτούσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης Facebook και Instagram πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας των παιδιών και τις ανάγκες τους. Οι δημοσιεύσεις περιλάμβαναν αναφορές σε έξοδα ιατρικών πράξεων, νοσηλείας, μετακίνησης, διαβίωσης, αλλά και προσωρινής στέγασης των παιδιών και των οικογενειών τους.
Παράλληλα, δημοσιεύονταν φωτογραφίες των παιδιών, με στόχο την ευαισθητοποίηση του κοινού και τη συγκέντρωση χρημάτων.
Οι ερανικές δράσεις πραγματοποιούνταν συνήθως μία φορά για κάθε παιδί, ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις οργανώνονταν περισσότεροι έρανοι για τον ίδιο ωφελούμενο.
Η αναγνωρισιμότητα που απέκτησε το σωματείο φέρεται να ενισχύθηκε από τις δωρεές γνωστών καλλιτεχνών, αθλητών και επιχειρηματιών. Τα μέλη της οργάνωσης δημοσίευαν τις υψηλές αυτές δωρεές, σύμφωνα με την έρευνα, προκειμένου να προσδώσουν μεγαλύτερη αξιοπιστία στη ΜΚΟ και να προσελκύσουν επιπλέον χρηματοδότηση.
Από την έρευνα καταγράφηκαν συνολικά 92 ερανικές δράσεις για 74 ωφελούμενα πρόσωπα. Από αυτά, τα 55 έχουν ταυτοποιηθεί.


Διαφορετικές φωτογραφίες και στοιχεία για το ίδιο παιδί
Οι αστυνομικοί εντόπισαν περιπτώσεις στις οποίες οι αναρτήσεις περιλάμβαναν διαφορετικές φωτογραφίες και στοιχεία παιδιών, ώστε οι υποψήφιοι δωρητές να μην αντιλαμβάνονται ότι είχαν προηγηθεί και άλλες ερανικές δράσεις για τον ίδιο ωφελούμενο.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., η πρακτική αυτή φέρεται να αποσκοπούσε στην αύξηση των εσόδων από τις δωρεές και, κατ’ επέκταση, των παράνομων κερδών της οργάνωσης.
Επιπλέον, διαπιστώθηκαν περιπτώσεις κατά τις οποίες τα έξοδα ιατρικών πράξεων και νοσηλείας είχαν ήδη καλυφθεί από ασφαλιστικούς φορείς, παρότι στις αναρτήσεις αναφερόταν ότι οι δωρεές θα διατίθεντο για την κάλυψή τους.
Σε άλλες περιπτώσεις, το κόστος των ιατρικών πράξεων ή της νοσηλείας φέρεται να ήταν σημαντικά χαμηλότερο από το ποσό που παρουσιαζόταν στις αναρτήσεις. Επίσης, ενώ ανακοινωνόταν ότι μέρος των χρημάτων θα προσφερόταν ως οικονομική ενίσχυση σε νοσηλευτικά ιδρύματα, οι συγκεκριμένες δωρεές δεν πραγματοποιούνταν.
Η υπόθεση της μητέρας με το παιδί που πάσχει από καρκίνο
Στην έρευνα περιλαμβάνεται και περίπτωση μητέρας παιδιού με καρκίνο, η οποία συγκέντρωνε χρήματα για τις ανάγκες του παιδιού της μέσω προσωπικού τραπεζικού λογαριασμού, χωρίς να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο σωματείο.
Σύμφωνα με την αστυνομία, μέλη της οργάνωσης φέρονται να κατέθεσαν χρηματικό ποσό στον λογαριασμό της και στη συνέχεια να υπέβαλαν στην τράπεζα καταγγελία για απάτη, υποστηρίζοντας ότι η μητέρα εξαπατούσε τους πολίτες, καθώς ο λογαριασμός της δεν ήταν ερανικός.
Η καταγγελία είχε ως αποτέλεσμα την απενεργοποίηση του λογαριασμού, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας.
Στη συνέχεια, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα φέρονται να επικοινώνησαν με τη μητέρα, η οποία δεν γνώριζε ποιος είχε υποβάλει την καταγγελία, και να προσφέρθηκαν να τη βοηθήσουν. Κατά την αστυνομική εκτίμηση, απώτερος στόχος ήταν να την πείσουν να πραγματοποιήσει εκ νέου ερανική δράση μέσω της ΜΚΟ, αυξάνοντας έτσι τα παράνομα έσοδα της οργάνωσης.
Πάνω από 5,8 εκατ. ευρώ σε λογαριασμούς
Στο πλαίσιο της οικονομικής έρευνας ελέγχθηκαν 29 τραπεζικοί λογαριασμοί και λογαριασμοί ιδρυμάτων πληρωμών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι αστυνομικοί ανέλυσαν περισσότερες από 246.000 κινήσεις.
Από τα στοιχεία προέκυψε ότι κατά την περίοδο 2018-2026 πιστώθηκαν στους λογαριασμούς του σωματείου – ΜΚΟ και σε προσωπικούς λογαριασμούς ενός εκ των κατηγορουμένων ποσά που ξεπερνούν συνολικά τα 5,8 εκατομμύρια ευρώ.
Το συνολικό ύψος των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν σε μετρητά από εκδηλώσεις και κουμπαράδες σε διάφορα σημεία της χώρας παραμένει αδιευκρίνιστο. Δεν έχει εξακριβωθεί, επίσης, αν τα συγκεκριμένα ποσά κατατέθηκαν σε λογαριασμούς εμπλεκομένων ή παρέμειναν σε μετρητά.
Οι δωρεές κατατίθενταν, σύμφωνα με την έρευνα, τόσο σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ΜΚΟ όσο και σε προσωπικό λογαριασμό ενός εκ των κατηγορουμένων μέσω της υπηρεσίας IRIS.
Τα ποσά που δεν αποδίδονταν στις οικογένειες των παιδιών φέρονται να μεταφέρονταν σε προσωπικούς λογαριασμούς των μελών της οργάνωσης, να αναλαμβάνονταν και να επανακατατίθενται ή να χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη προσωπικών εξόδων. Άλλα χρήματα φέρονται να κατευθύνονταν σε λογαριασμούς εικονικών εταιρειών, εμφανιζόμενα ως νόμιμες συναλλαγές.
Η καταβολή χρημάτων στις οικογένειες των ωφελούμενων πραγματοποιούνταν, κατά περίπτωση, μέσω τραπεζικών μεταφορών, μετρητών ή προπληρωμένων καρτών.
Ο μηχανισμός νομιμοποίησης των εσόδων
Σύμφωνα με την οικονομική έρευνα, τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να είχαν αναπτύξει έναν σύνθετο μηχανισμό για να αποκρύπτουν την παράνομη προέλευση των χρημάτων.
Μεταξύ των πρακτικών που καταγράφονται περιλαμβάνονται αναλήψεις και επανακαταθέσεις μετρητών, διαδοχικές μεταφορές χρημάτων μεταξύ προσωπικών λογαριασμών, αγορές αυτοκινήτων και πολυτελών αγαθών, καθώς και κάλυψη προσωπικών εξόδων.
Επιπλέον, φέρονται να αξιοποιούσαν στοιχηματικούς λογαριασμούς και τυχερά παιχνίδια, με σκοπό να εμφανίζουν τα χρήματα ως κέρδη από νόμιμες δραστηριότητες.
Ειδικότερα, ένας από τους κατηγορουμένους φέρεται να είχε πιστώσει σε στοιχηματικούς λογαριασμούς ποσό άνω των 2,6 εκατομμυρίων ευρώ και να είχε εκταμιεύσει περισσότερα από 2 εκατομμύρια ευρώ.
Η έρευνα εντόπισε ακόμη δύο εικονικές εταιρείες και μία εικονική ατομική επιχείρηση, μέσω των οποίων φέρεται να εκδίδονταν εικονικά φορολογικά παραστατικά για την εμφάνιση των παράνομων εσόδων ως νόμιμων εταιρικών συναλλαγών.
Συνολικά εντοπίστηκαν εννέα εικονικά φορολογικά παραστατικά, συνολικής αξίας 149.700 ευρώ.
Χρηματοδότηση ποδοσφαιρικών ομάδων με περισσότερα από 250.000 ευρώ
Σύμφωνα με την αστυνομία, ο βασικός κατηγορούμενος φέρεται να διέθεσε μέρος των παράνομων εσόδων, συνολικού ύψους άνω των 250.000 ευρώ, για τη χρηματοδότηση δύο ποδοσφαιρικών σωματείων.
Ο ίδιος φέρεται να λειτουργούσε ως αφανής διοικητικός παράγοντας και χρηματοδότης, καλύπτοντας ανάγκες λειτουργίας, συντήρησης και άλλες δαπάνες των ομάδων.
Οι χρηματοδοτήσεις, σύμφωνα με την έρευνα, πραγματοποιούνταν εκτός του επίσημου χρηματοπιστωτικού συστήματος, μέσω άτυπων συναλλαγών και πληρωμών με μετρητά προς αθλητές, τεχνικό προσωπικό και προμηθευτές, χωρίς την έκδοση των προβλεπόμενων φορολογικών παραστατικών.
Κατά την τρέχουσα αγωνιστική περίοδο 2026-2027, ο βασικός κατηγορούμενος φέρεται να είχε ρόλο αφανή διοικητικού παράγοντα και χρηματοδότη σε ομάδα που αγωνίζεται στην Α’ ερασιτεχνική κατηγορία της Ε.Π.Σ. Πιερίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, είχε ανάλογη δραστηριότητα και σε άλλο ποδοσφαιρικό σωματείο κατά τις αγωνιστικές περιόδους 2023-2024 και 2024-2025, όταν η ομάδα συμμετείχε στην Α’ ερασιτεχνική κατηγορία της Ε.Π.Σ. Πιερίας και στη Γ’ Εθνική, αντίστοιχα.
Η χειραγώγηση ποδοσφαιρικών αγώνων
Η δεύτερη υποομάδα φέρεται να συγκροτήθηκε τουλάχιστον από τις 15 Σεπτεμβρίου 2026. Στόχος της, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, ήταν να επηρεάζει αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων προς όφελος συγκεκριμένης ερασιτεχνικής ομάδας της Α’ κατηγορίας της Ε.Π.Σ. Πιερίας, προκειμένου να εξασφαλίσει την άνοδό της στη Γ’ Εθνική.
Παράλληλα, τα μέλη της φέρονται να τοποθετούσαν στοιχήματα σε αγώνες των οποίων το αποτέλεσμα είχε προηγουμένως χειραγωγηθεί, με σκοπό την αποκόμιση παράνομων κερδών.
Η χρηματοδότηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας φέρεται να προερχόταν από τα έσοδα της πρώτης υποομάδας, ενώ ως βασικός χρηματοδότης και υποκινητής αναφέρεται ο κύριος κατηγορούμενος.
Η καταβολή 1.000 ευρώ και ο αγώνας της 19ης Σεπτεμβρίου
Η έρευνα αναφέρει ότι τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ ο βασικός κατηγορούμενος φέρεται να είχε ρόλο αφανή διοικητικού παράγοντα και χρηματοδότη ποδοσφαιρικής ομάδας, παρενέβη σε αγώνα της με άλλη ομάδα.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., σε συνεργασία με αφανή διοικητικό παράγοντα, φέρεται να κατέβαλε συνολικά 1.000 ευρώ σε πρόσωπα που θεωρούνται κομβικά, μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος της Επιτροπής Διαιτησίας της Ε.Π.Σ. Πιερίας και διαιτητής που ορίστηκε στον συγκεκριμένο αγώνα.
Σκοπός, σύμφωνα με την έρευνα, ήταν να επηρεαστεί αθέμιτα η εξέλιξη του παιχνιδιού, να αποβληθούν ποδοσφαιριστές της μίας ομάδας και να ευνοηθεί η νίκη της άλλης.
Ο αγώνας διεξήχθη στις 19 Σεπτεμβρίου 2026 και έληξε με σκορ 2-1 υπέρ της ομάδας που φέρεται να είχε ευνοηθεί. Κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης καταλογίστηκαν δύο πέναλτι υπέρ της και μία κόκκινη κάρτα σε βάρος της αντίπαλης ομάδας.
Συμφωνία για ευνοϊκή διαιτησία σε όλη τη σεζόν
Όπως προκύπτει από την έρευνα, οι κατηγορούμενοι φέρονται να είχαν συμφωνήσει ώστε η συγκεκριμένη ομάδα να ευνοείται από τη διαιτησία καθ’ όλη τη διάρκεια της αγωνιστικής περιόδου, με στόχο την άνοδό της στη Γ’ Εθνική.
Ένα μέλος της οργάνωσης φέρεται να είχε αναλάβει τη διευθέτηση αγώνων υπέρ της ομάδας, λαμβάνοντας αμοιβή από 300 έως 500 ευρώ ανά παιχνίδι.
Ιδιαίτερη έμφαση φέρεται να δινόταν στις αναμετρήσεις με ομάδες που διεκδικούσαν επίσης την άνοδο.
Η αστυνομική επιχείρηση και οι καταθέσεις των οικογενειών
Στις 30 Οκτωβρίου 2026 πραγματοποιήθηκε ευρεία αστυνομική επιχείρηση σε διάφορες περιοχές της χώρας, με συντονισμό του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και τη συμμετοχή υπηρεσιών της Δ.Α.Ο.Ε. και αστυνομικών διευθύνσεων από πολλές περιοχές.
Στόχος ήταν ο εντοπισμός και η σύλληψη των εμπλεκομένων, αλλά και ο εντοπισμός των οικογενειών των παιδιών που είχαν εμφανιστεί ως ωφελούμενα, προκειμένου να καταθέσουν όσα γνώριζαν για την υπόθεση.
Μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί και καταθέσει γονείς 34 παιδιών.
Από τη συνδυαστική αξιολόγηση των καταθέσεων και των οικονομικών στοιχείων προέκυψε ότι οι συγκεκριμένες οικογένειες έλαβαν συνολικά περίπου 1.111.176 ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες πιστώσεις από δωρεές ανέρχονταν σε 3.940.692 ευρώ.
Η διαφορά, περίπου 2.829.516 ευρώ, υπολογίζεται από την αστυνομία ως το παράνομο οικονομικό όφελος που φέρεται να προέκυψε από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
