Σάββατο, 22 Αυγούστου 2026

Ένα από τα πιο φιλόδοξα εξοπλιστικά σχέδια της προωθεί η Γερμανία, με το Βερολίνο να σχεδιάζει τη δημιουργία νέου οπλοστασίου πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, συνολικού κόστους που προσεγγίζει τα 12 δισεκατομμύρια ευρώ.

Σύμφωνα με έγγραφα του γερμανικού υπουργείου Άμυνας, το πρόγραμμα έχει ως βασικό στόχο την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας απέναντι σε αυτό που το Βερολίνο θεωρεί αυξανόμενη απειλή από τη Ρωσία.

Τα νέα συστήματα θα μπορούν να πλήττουν στόχους σε αποστάσεις εκατοντάδων ή ακόμη και χιλιάδων χιλιομέτρων, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, κέντρων διοίκησης, αεροδρομίων, εκτοξευτών πυραύλων και κόμβων ανεφοδιασμού.

Στα εσωτερικά έγγραφα του υπουργείου η συγκεκριμένη προσπάθεια χαρακτηρίζεται κορυφαία προτεραιότητα για τη Γερμανία και το ΝΑΤΟ, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες ενισχύουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες.

«Χτυπήματα βαθιά στα μετόπισθεν»

Κεντρική επιδίωξη του προγράμματος είναι η δημιουργία δυνατότητας πλήγματος «βαθιά στα μετόπισθεν του αντιπάλου», με συμβατικά όπλα και χωρίς να ξεπερνιέται το λεγόμενο «πυρηνικό κατώφλι».

Το σχέδιο αποτελείται από τέσσερις βασικούς άξονες, με τα πρώτα όπλα να αναμένεται να παραδοθούν ήδη από το επόμενο έτος και τα πλέον προηγμένα συστήματα να αναπτύσσονται αργότερα, σε συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Το συνολικό κόστος υπολογίζεται, σύμφωνα με τα έγγραφα, σε σχεδόν 12 δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, τα σχετικά κονδύλια δεν έχουν ακόμη εγκριθεί και έχουν ενταχθεί στη διαδικασία κατάρτισης του γερμανικού προϋπολογισμού.

Εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας σημείωσε ότι τα μέτρα τελούν καταρχήν υπό την έγκριση της γερμανικής Μπούντεσταγκ.

Πύραυλοι από το 2027

Το πρώτο σκέλος αφορά έναν χαμηλού κόστους πύραυλο τύπου Cruise, τον οποίο η Γερμανία θέλει να καταστήσει επιχειρησιακό από το 2027.

Το Βερολίνο εξετάζει ήδη προτάσεις από την αμερικανοϊσραηλινή Covenant Industries, καθώς και από εταιρείες που συνδέονται με την Ουκρανία.

Στα έγγραφα αναφέρονται τρεις υποψήφιοι πύραυλοι: ο Anthem της Covenant, ο BARS, που προσφέρεται από ουκρανική εταιρεία, και ο Flamingo της ουκρανικής Fire Point.

Η Γερμανία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με δύο από τους συγκεκριμένους προμηθευτές, με στόχο να αποκτήσει πυραύλους για δοκιμές πιστοποίησης μέσα στο επόμενο έτος.

Παράλληλα, προετοιμάζονται συμβάσεις-πλαίσιο για τη μελλοντική μαζική παραγωγή.

Η φιλοσοφία πίσω από το συγκεκριμένο σκέλος είναι η απόκτηση ενός όπλου που θα μπορεί να παράγεται σε μεγάλες ποσότητες και να χρησιμοποιείται παράλληλα με ακριβότερα πυραυλικά συστήματα.

Στο σχέδιο και οι Tomahawk

Ο δεύτερος άξονας αφορά την απόκτηση αμερικανικών Tomahawk.

Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς είχε δηλώσει στη Μπούντεσταγκ ότι η Γερμανία κατέληξε σε συμφωνία με την αμερικανική κυβέρνηση για την απόκτηση των συγκεκριμένων πυραύλων και την ανάπτυξή τους στη χώρα.

Παράλληλα, σύμφωνα με τα έγγραφα, το Βερολίνο επιδιώκει να αποκτήσει αρχική επιχειρησιακή ικανότητα με αμερικανικούς εκτοξευτές Typhon, εξοπλισμένους με Tomahawk, έως το τέλος της δεκαετίας.

Με τον τρόπο αυτό η Γερμανία θα αποκτήσει ένα ήδη δοκιμασμένο σύστημα μεγάλου βεληνεκούς, ενώ παράλληλα θα αναζητά και θα αναπτύσσει ευρωπαϊκές λύσεις.

Συμμαχία με τη Βρετανία για τα πιο προηγμένα όπλα

Οι δύο τελευταίοι άξονες του γερμανικού σχεδίου συνδέονται με τη συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Βερολίνο και Λονδίνο εργάζονται για την ανάπτυξη ενός νέου προηγμένου πυραύλου Cruise, αλλά και ενός υπερηχητικού όπλου ολίσθησης (hypersonic glide weapon), στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Trinity House.

Ο στόχος είναι η επίτευξη αρχικής επιχειρησιακής ικανότητας στα μέσα της επόμενης δεκαετίας.

Γερμανία και Βρετανία έχουν ήδη θέσει ως στόχο τα συγκεκριμένα όπλα να μπορούν να πλήττουν στόχους σε απόσταση άνω των 2.000 χιλιομέτρων.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα αποτελεί, σύμφωνα με την τρέχουσα γερμανική εκτίμηση, το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού κόστους του φιλόδοξου εξοπλιστικού σχεδίου.