Η αλματώδης αύξηση των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές αναταράξεις σε κρίσιμες ναυτιλιακές αρτηρίες, έχει ήδη μετακυλιστεί στις τιμές διυλιστηρίου και, κατά συνέπεια, στις αντλίες των πρατηρίων (αμόλυβδη βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης) σε όλη την επικράτεια.
Επέλαση στα πορτοφόλια των καταναλωτών ενώ όσο το φθινόπωρο και ο χειμώνας πλησιάζουν, τόσο αυξάνονται οι ενεργειακές ανάγκες. Η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης προσεγγίζει πλέον σταθερά τα 2,09 με 2,10 ευρώ το λίτρο, καταγράφοντας άνοδο αρκετών λεπτών μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες.
Ακόμη πιο ανησυχητική κρίνεται η πορεία του πετρελαίου κίνησης (diesel), το οποίο έχει ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο των 2,05 ευρώ το λίτρο. Πρόκειται για μια εξέλιξη με ευρύτερες οικονομικές παρενέργειες, καθώς το diesel αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των εμπορευματικών μεταφορών και της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Στην ελληνική επικράτεια, οι αυξήσεις της χονδρικής πέρασαν με ταχύτητα στη λιανική. Στα διυλιστήρια, η τιμή της αμόλυβδης κατέγραψε σημαντική επιβάρυνση, φτάνοντας τα 1,54 ευρώ το λίτρο (προ φόρων και περιθωρίων κέρδους), ενώ στο diesel κίνησης η αύξηση της χονδρικής υπήρξε ακόμη πιο απότομη.
Όπως συμβαίνει παραδοσιακά, οι γεωγραφικές ανισότητες στην Ελλάδα εντείνουν το πρόβλημα. Ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, οι τιμές κυμαίνονται κάτω ή γύρω από τα 2,08-2,10 ευρώ, στη νησιωτική χώρα και σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές η κατάσταση είναι δραματική.
Στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα, λόγω των αυξημένων μεταφορικών εξόδων και των τοπικών συνθηκών ανταγωνισμού, η αμόλυβδη έχει ήδη ξεπεράσει τα 2,30 ευρώ το λίτρο, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τους μόνιμους κατοίκους.
